- γυναιμανής
- γυναι - μανής (μαίνομαι): womanmad; Paris, Il. 3.39. (Il.)
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
γυναιμανής — γυναιμανής, ές (Α) ο γυναικομανής … Dictionary of Greek
γυναιμανής — mad for women masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανῆ — γυναιμανής mad for women neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γυναιμανής mad for women masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γυναιμανής mad for women masc/fem acc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανεῖ — γυναιμανής mad for women masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) γυναιμανής mad for women masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανεῖς — γυναιμανής mad for women masc/fem acc pl γυναιμανής mad for women masc/fem nom/voc pl (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανές — γυναιμανής mad for women masc/fem voc sg γυναιμανής mad for women neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανέες — γυναιμανής mad for women masc/fem nom/voc pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανέεσσι — γυναιμανής mad for women masc/fem/neut dat pl (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανέεσσιν — γυναιμανής mad for women masc/fem/neut dat pl (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανέος — γυναιμανής mad for women masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γυναιμανέων — γυναιμανής mad for women masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)